DictionaryForumContacts

   Spanish Greek
Google | Forvo | +
equipo
 Equipo
comp., MS Ομάδα
 equipo
gen. σπείρα,συμμορία; συνεργείο
commun. IT υλικό
comp., MS σύστημα υπολογιστή; προσωπικός υπολογιστής; ομάδα
industr. εξάρτημα
law gen. μηχάνημα
transp. avia. εξοπλισμός
| individual
 individual
tech. industr. construct. εξατομικευμένο
| de
 dé
earth.sc. ηλεκτρόδιο σχήματος D
| ayuda
 ayuda
comp., MS βοήθεια
| a
 a
comp., MS μέσος
| la
 Ello
med. αυτό
flotación
- only individual words found

noun | verb | to phrases
equipo m
gen. σπείρα,συμμορία
commun., IT υλικό
law μηχάνημα
equipos m
environ. εξοπλισμός
equipo v
gen. συνεργείο
commun., IT υλικός εξοπλισμός
comp., MS σύστημα υπολογιστή; προσωπικός υπολογιστής; ομάδα
industr. εξάρτημα
law συσκευή
law, econ. εξοπλισμός επιχείρησης
mech.eng. εξοπλισμός εργοστασίου
transp. περιπολία
transp., avia. εξοπλισμός
Equipo v
comp., MS Ομάδα
 Spanish thesaurus
equipo m
IT, tech. hardware
equipo individual de ayuda a la
: 1 phrase in 1 subject
Hobbies and pastimes1