DictionaryForumContacts

   Spanish Greek
Google | Forvo | +
Acciones
 Acciones
comp., MS Στοιχεία ενεργειών; Ενέργειες
 acciones
account. μετοχές
fin. διάθεση μεριδίων
 acción
comp., MS μετοχή
IT δεξιό τμήμα; επόμενος
IT dat.proc. δράση αρχειοφυλακίου
med. ενέργεια; ενεργητικότητα
preparatorias 2007 | sobre
 sobre
comp., MS πληροφορίες
| la
 Ello
med. αυτό
gestión | de
 dé
earth.sc. ηλεκτρόδιο σχήματος D
| la
 Ello
med. αυτό
inmigración | Solidaridad
 solidaridad
social.sc. lab.law. αλληλεγγύη
| en
 en
IT dat.proc. εν
| acción
 acción
comp., MS μετοχή
- only individual words found

noun | verb | to phrases
acción f
comp., MS μετοχή
IT δεξιό τμήμα; επόμενος; τμήμα δράσης
IT, dat.proc. δράση αρχειοφυλακίου
med. ενέργεια; ενεργητικότητα
social.sc. δράση
acciones v
account. μετοχές
Acciones v
comp., MS Στοιχεία ενεργειών; Ενέργειες
asignación deacciones v
fin. διάθεση μεριδίων
 Spanish thesaurus
acción f
law En un tribunal, cuando una persona demanda a otra para defender o hacer cumplir con un derecho, prevenir que pase algo malo o arreglar algo, o castigar a esta persona por un delito
social.sc. action
Acciones preparatorias 2007 sobre la
: 1 phrase in 1 subject
Immigration and citizenship1