DictionaryForumContacts

   German
Google | Forvo | +
noun | verb | verb | noun | to phrases
Leiste f f =, -n
agric. πήχυς
med. βουβώνας (inguen, regio inguinalis); βουβωνική χώρα (inguen, regio inguinalis); ακρολοφία (crista); κορυφή (crista); λοφίο (crista)
Leisten v
industr., construct. αμόνι για το κτύπημα των υποδημάτων; κν.μπαρμπαλιάς; φόρμα για το κτύπημα των υποδημάτων; καλαπόδι; μήτρα υποδήματος; τύπος υποδήματος
Leisten- v
med. βουβωνικός
Leiste v
agric. ράβδος
industr., construct. δοκίδιο; κορνίζα; νημάτιο
transp. λεπτοσανίδα; πήχη; άκρο; παρυφή; χείλος
Leist v
med. βουβών (inguen)
 German thesaurus
Leist. m
mil., abbr. Leistung
Leisten
: 56 phrases in 11 subjects
Chemistry1
Cultural studies1
Finances3
Industry29
Law10
Life sciences1
Mechanic engineering3
Microsoft3
Politics2
Social science2
Technology1