Sign in
|
English
|
Terms of Use
Dictionary
Forum
Contacts
German
⇄
Arabic
Basque
Bulgarian
Catalan
Chinese
Chinese Taiwan
Croatian
Czech
Danish
Dutch
English
Estonian
Finnish
French
Greek
Hungarian
Icelandic
Irish
Italian
Japanese
Korean
Latvian
Lithuanian
Maltese
Norwegian Bokmål
Polish
Portuguese
Romanian
Russian
Serbian Latin
Slovak
Slovene
Spanish
Swedish
Turkish
Ukrainian
G
o
o
g
l
e
|
Forvo
|
+
verb
|
adjective
|
to phrases
Beschneider
v
met., mech.eng.
εργαλείο τελικής διάτμησης
Beschneiden
adj.
agric.
κλάδεμα προετοιμασίας μεταφύτευσης
environ.
κλάδευση
met.
ξάκρισμα
;
ψαλίδισμα
;
τελική διάτμηση
beschneiden
adj.
commun.
αποκόπτω τις προεξοχές
;
ξακρίζω
;
ψαλιδίζω
;
περικόπτω το δόντι γράμματος που σημαδεύει την εκτύπωση
;
αφαιρώ τις ανωμαλίες του μετάλλου κατά την κατασκευή των τυπογραφικών στοιχείων
;
κόπτω τα άκρα σελίδας,την σμικρύνω
;
κόβω
;
ψαλιδίζω τα περιθώρια βιβλίου
cultur.
αφαιρώ τις ανωμαλίες που παραμένουν στην χαλκογραφία
Beschneiden
:
11 phrases
in 4 subjects
Agriculture
3
Chemistry
1
Industry
5
Natural sciences
2
The server is undergoing maintenance and the site is working in read-only mode. Please check back later.">
Add
|
The server is undergoing maintenance and the site is working in read-only mode. Please check back later.">
Report an error
|
Get short URL
|
Language Selection Tips